Yπαλληλικός Κώδικας : Τί αλλάζει με το νόμο 4325/2015

Στο νόμο 4325/2015 (ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 47 – 11 Μαΐου 2015) “Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης – Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας και Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Αποκατάσταση αδικιών και άλλες διατάξεις” και ειδικότερα στο  Κεφάλαιο 2 (άρθρα 3-7) υπό τον τίτλο «εξορθολογισμός του Πειθαρχικού Δικαίου» προβλέπονται αλλαγές στο πειθαρχικό δίκαιο τόσο του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όσο και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν.3584/2007). Συγκεκριμένα: Άρθρο 3 Αποκατάσταση του τεκμηρίου αθωότητας στην πειθαρχική διαδικασία

  1. Οι διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4057/2012 (Α΄ 54), των περιπτώσεων 1−9 της υποπαραγράφου Ζ.3 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222), του άρθρου 14 του Ν. 4111/2013 (Α΄ 18), της παρ. 6 του άρθρου 25 του Ν. 4203/2013 (Α΄ 235), των άρθρων 14, 15 και 16 του Ν. 4210/2013 (Α’ 254), των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 29 του Ν. 4305/2014 (Α΄ 237) και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 69 του Ν. 4310/2014 (Α΄ 258) καταργούνται.
  2. Το άρθρο 103 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 103 Αυτοδίκαιη αργία 1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) Ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση. β) Ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή. γ) Ο εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχο− λείο, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.»
  3. Το άρθρο 107 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 107 Αυτοδίκαιη αργία 1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) Ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση. β) Ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή. γ) Ο υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία ή επανόδου εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.»
  4. Το άρθρο 104 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 104 Δυνητική θέση σε αργία Αναστολή άσκησης καθηκόντων 1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου: α) Έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία. Ειδικά, προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε αργία εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό. β) Έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή γ) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για έκνομη διαχείριση, οι οποίες στηρίζονται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή. 2. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας. 3. Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο. 4. Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία. 5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.»
  5. Το άρθρο 108 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 108 Δυνητική θέση σε αργία Αναστολή άσκησης καθηκόντων 1. Αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου: α) Έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία. Ειδικά, προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος ο υπάλληλος μπορεί να τίθεται σε αργία εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο για το αδίκημα αυτό. β) Έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή γ) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για έκνομη διαχείριση, οι οποίες στηρίζονται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή αρμόδιου επιθεωρητή. 2. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και πριν γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο διοίκησης του φορέα όπου υπηρετεί το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η αναστολή άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για τη θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας. 3. Η πράξη, με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον οικείο Υπουργό ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή, αν δεν υπάρχει, από τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ύστερα από γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το πειθαρχικό συμβούλιο. 4. Μετά την πάροδο έτους από τη θέση σε αργία, το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία. 5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση της πράξης επαναφοράς ή αυτοδίκαια από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση ή της πειθαρχικής απόφασης, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από τη συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.»
  6. Το άρθρο 105 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 105 Συνέπειες αργίας 1. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του. 2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε. 3. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. 4. Οι διατάξεις των άρθρων 31 − 35 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας.» 7. Το άρθρο 109 του Ν.3584/2007 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 109 Συνέπειες αργίας 1. Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του. 2. Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ήμισυ ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε. 3. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας. 4. Οι διατάξεις των άρθρων 38 − 42 του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας.»

 

  1. Η αυτοδίκαιη αργία που προβλέπεται στις καταργούμενες με την παράγραφο 1 διατάξεις λήγει αυτοδικαίως μετά από δεκαπέντε (15) ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων αυτοδίκαιης αργίας που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 103 του Ν.3528/2007 και του άρθρου 107 του Ν.3584/2007 πριν από την τροποποίησή τους από τις ανωτέρω καταργούμενες διατάξεις. Εντός της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας ο οικείος Υπουργός, ο Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής, το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή αν δεν υπάρχει ο Πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και το αρμόδιο για το διορισμό όργανο στην περίπτωση των δημοτικών υπαλλήλων μπορεί να αποφασίσει με αιτιολογημένη απόφασή του την αναστολή άσκησης των καθηκόντων για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς υφίσταται σχετικός επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραπέμποντάς τους με την ίδια απόφαση στο οικείο πειθαρχικό συμβούλιο για τη θέση τους ή μη σε δυνητική αργία με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 104 του Ν.3528/2007 ή με τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν.3584/2007, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο αυτό.

Άρθρο 4 Πειθαρχικές ποινές

Το άρθρο 109 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 109 Πειθαρχικές ποινές 1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, ε) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της, στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς, ζ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και η) η ποινή της οριστικής παύσης, η οποία μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: της παράβασης του άρθρου 107 παράγραφος 1α του παρόντος, της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός υπηρεσίας, της παράβασης της υποχρέωσης εχεμύθειας, της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εντός μίας τριετίας, της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας, της άμεσης ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχής σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί, της εμμονής σε άρνηση προσέλευσης για εξέταση από υγειονομική επιτροπή. Επίσης, η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός. 2. Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαιτέρες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. 3. Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περιπτώσεων γ΄ έως ζ΄ της παραγράφου 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 3.000 έως 30.000 ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 του παρόντος που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ. 4.α. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού. Για το παράπτωμα της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού εφόσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους. β. Για τα παραπτώματα των περιπτώσεων ιδ΄, ιε΄, ιστ΄, ιη΄, ιθ΄, κα΄, κβ΄, κδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 107 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. γ. Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή.»

Άρθρο 5 Πειθαρχικά Συμβούλια

  1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 146Α του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, προστίθενται περιπτώσεις στ΄ και ζ΄ ως εξής: «στ) Δύο (2) εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή Περιφερειών και οι οποίοι υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.. Αν η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. δεν υποδείξει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση σε αυτήν εγγράφου ερωτήματος του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η συγκρότηση του οργάνου είναι νόμιμη και χωρίς τη συμμετοχή των μελών αυτών. ζ) Δύο (2) εκπροσώπους της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α. με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι Δήμων και οι οποίοι υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Π.Ο.Ε.−Ο.Τ.Α.. Αν η Π.Ο.Ε. − Ο.Τ.Α. δεν υποδείξει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση σε αυτήν εγγράφου ερωτήματος του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η συγκρότηση του οργάνου είναι νόμιμη και χωρίς τη συμμετοχή των μελών αυτών.» 2. Μετά την περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 146Α του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ε΄ ως εξής: «ε) τα τακτικά μέλη της περίπτωσης στ΄ ή τους αναπληρωτές τους.» 3. Μετά την περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 146Α του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «δ) τα τακτικά μέλη της περίπτωσης ζ΄ ή τους αναπληρωτές τους.» 4. Η παρ. 2 του άρθρου 146Β του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι πενταμελή και αποτελούνται από: α) Τον Πρόεδρο, ο οποίος είναι πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφέτης ή πρόεδρος πρωτοδικών ή πρωτοδίκης των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας εφετών ή εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας πρωτοδικών με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή από τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας. β) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι πάρεδρος ή δικαστικός πληρεξούσιος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. γ) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι μόνιμος υπάλληλος, προϊστάμενος Διεύθυνσης Υπουργείου, Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Περιφέρειας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα του οργάνου που εκδίδει την απόφαση σύστασης του συμβουλίου της παραγράφου 1. Οι προϊστάμενοι Διευθύνσεων υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ύστερα από κλήρωση που γίνεται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 9 του παρόντος και υπηρετούν στην έδρα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου. δ) Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους με τους αναπληρωτές τους οι οποίοι είναι μέλη του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου στο οποίο υπάγεται ο διωκόμενος υπάλληλος.»

Άρθρο 6 Πειθαρχικά παραπτώματα

  1. Το άρθρο 107 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 107 Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων 1. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι: α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, εντολές και οδηγίες. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος, γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας. Ειδική περίπτωση παρόμοιας συμπεριφοράς αποτελεί οποιαδήποτε πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, στην οποία ενέχεται εκπαιδευτικός ή υπάλληλος που υπηρετεί σε σχολείο, στ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2006/54/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη, η) η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του παρόντος, θ) η σοβαρή απείθεια, ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27 του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων, ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές, ιγ) η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων, ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση, ιστ) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η επιτροπή αυτή υπάγεται στην αρχή στην οποία ο υπάλληλος υπηρετεί, ιζ) η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις, ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας, επιθεώρησης ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου, ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας, κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία, κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 110 του παρόντος, κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας, κστ) η απλή απείθεια, κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του, κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος, κθ) η άρνηση συνεργασίας με τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλούστευσης των διαδικασιών και καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, λ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 του παρόντος νόμου, λα) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 144 του παρόντος νόμου, λβ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου τρίτου του παρόντος νόμου, λγ) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως. 2. Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ. 3. Σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης.»
  2. Η παρ. 4 του άρθρου 117 του Ν.3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, καταργείται.

 

Aιτιολογική Έκθεση:

Επί του κεφαλαίου 2 «Εξορθολογισµός του πειθαρχικού δικαίου» Με τις διατάξεις του άρθρου 3 ρυθµίζονται θέµατα αυτοδίκαιης και δυνητικής αργίας µε στόχο τον εξορθολογισµό των οικείων διατάξεων και την αποκατάσταση της συνταγµατικής τάξης. Ειδικότερα, µε την παράγραφο 1 καταργούνται διατάξεις πολυάριθµων νοµοθετηµάτων, οι οποίες εισήχθησαν από το 2012 και µετά, ούτως ώστε να αποκατασταθεί το τεκµήριο της αθωότητας στην πειθαρχική διαδικασία. Στόχος είναι η τροποποίηση του θεσµικού πλαισίου που αφορά στην επιβολή του µέτρου της αυτοδίκαιης αργίας και η επαναφορά του προϊσχύοντος του 2012 νοµικού καθεστώτος. Με τις παραγράφους 2 έως 7 αντικαθίστανται τα άρθρα που διέπουν το νοµικό καθεστώς της αυτοδίκαιης αργίας, της δυνητικής αργίας και της αναστολής άσκησης καθηκόντων και των συνεπειών της αργίας, µε επαναφορά του προϊσχύοντος του 2012 νοµικού καθεστώτος, µε την αναγκαία προσαρµογή του στις ισχύουσες διαδικαστικές διατάξεις. Με την παράγραφο 8 εισάγονται µεταβατικές διατάξεις περί λήξης της αυτοδίκαιης αργίας εντός δεκαπενθήµερης προθεσµίας, λόγω της κατάργησης των σχετικών διατάξεων, µε την επιφύλαξη των περιπτώσεων αυτοδίκαιης αργίας που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26) και του άρθρου 107 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) πριν από την τροποποίηση τους από τις καταργούµενες διατάξεις. Επίσης προβλέπεται ότι τα αρµόδια όργανα εντός της ανωτέρω δεκαπενθήµερης προθεσµίας µπορούν να αποφασίσουν αιτιολογηµένα την αναστολή άσκησης των καθηκόντων για όσους από τους υπαλλήλους αυτούς υφίσταται επιτακτικός λόγος δηµοσίου συµφέροντος, παραπέµποντας στο οικείο πειθαρχικό συµβούλιο προκειµένου αυτό να αποφασίσει για τη θέση ή µη σε δυνητική αργία. Με τις διατάξεις του άρθρου 4 αντικαθίσταται το άρθρο 109 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), ειδικότερα όσον αφορά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης. Πιο συγκεκριµένα, προβλέπεται πλέον η επιβολή της ως άνω πειθαρχικής ποινής µόνο στα περιοριστικά αναφερόµενα στο σχέδιο νόµου σοβαρά πειθαρχικά παραπτώµατα. Με τις διατάξεις του άρθρου 5 τροποποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 146Α και 146Β του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύουν, περί συγκρότησης των πειθαρχικών συµβουλίων, µε στόχο την ενίσχυση της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης της λειτουργίας των πειθαρχικών συµβουλίων, της συµµετοχικότητας και της αντιπροσώπευσης των υπαλλήλων στις διαδικασίες ενώπιον αυτών. Συγκεκριµένα, µε την παράγραφο 1 προστίθενται ως µέλη του Δευτεροβάθµιου Πειθαρχικού Συµβουλίου οι εκπρόσωποι της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ή της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α. αντίστοιχα µε τους αναπληρωτές τους. Με την παράγραφο 4 τα πρωτοβάθµια πειθαρχικά συµβούλια καθίστανται πενταµελή µε την προσθήκη, ως µελών τους, αιρετών εκπροσώπων των υπαλλήλων, µε τους αναπληρωτές. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6 αντικαθίσταται η διάταξη του άρθρου 107 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει, ενώ στο τέλος του άρθρου 107 του ίδιου νόµου προστίθεται παράγραφος 3 µε την οποία προβλέπεται ότι σε καµιά περίπτωση δεν συνιστά ανάρµοστη συµπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή κατά την έννοια του άρθρου 107 η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσης. Με την παράγραφο 2 καταργείται η πειθαρχική αρµοδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών, Δηµόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης όπως προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 117 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), όπως ισχύει.

 

 

 

 

 

ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ, ΓΙΑΤΡΟΥΣ, ΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ

Ρύθμιση-ανάσα για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους, μηχανικούς, υγειονομικούς και δικηγόρους, του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) προωθεί ο αν. υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, Δημήτρης Στρατούλης, σε μια προσπάθεια αύξησης της εισπραξιμότητας του Ταμείου.

Η ρύθμιση εφαρμόζει το «μοντέλο ΟΑΕΕ» και στο ΕΤΑΑ, δίνοντας τη δυνατότητα πτώσης κλάσεων σε νέους ασφαλισμένους που δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση.

Η διάταξη, που αναμένεται να ενσωματωθεί -σύμφωνα με πληροφορίες- στο νομοσχέδιο για τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας, βάζει «πάγο» στην υποχρεωτική από το 2011 μετάταξη των νέων ασφαλισμένων ελευθεροεπαγγελματιών (όσοι μπήκαν στην ασφάλιση μετά την 1/1/1993) σε υψηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες και τους δίνει τη δυνατότητα να υπαχθούν μέχρι και το τέλος του 2016 σε μία εκ των δύο κατώτερων κατηγοριών από αυτήν στην οποία υπάγονται ως σήμερα υποχρεωτικά.

Εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών: Αύξηση του φόρου σε 29% προτάθηκε από την κυβέρνηση

Αύξηση του συντελεστή φορολόγησης των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα φυσικών προσώπων, κατηγορία στην οποία εμπίπτει και το δικηγορικό επάγγελμα, από το 26% στο 29% προβλέπει μεταξύ άλλων η πρόταση την οποία κατέθεσε το περασμένο Σαββατοκύριακο η ελληνική κυβέρνηση και κρίθηκε ανεπαρκής από τους δανειστές. Σύμφωνα με δημοσιεύματα η αύξηση του συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων από 26% στο 29%, θα φέρει έσοδα το 2016 450 εκ. ευρώ. Πρόκειται για μέτρο που περιλαμβανόταν στις προτάσεις των πιστωτών (πρόταση Γιουνκέρ) και υιοθετήθηκε από την ελληνική πλευρά. Υπενθυμίζεται ότι με το νόμο 4172/2013 καταργήθηκε η ρύθμιση του αφορολόγητου και επιβλήθηκε με το άρθρο 29 φόρος 26% από το πρώτο ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες μέχρι 50.000 ευρώ και 33% για το επιπλέον εισόδημα από 50.001 ευρώ και πάνω.

 

 

 

 

Ποιοί προσπαθούν να “κλέψουν” τη δουλειά των δικηγόρων

Από τη δημοσίευση του νόμου 3869/10 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά παρατηρήθηκε το φαινόμενο διάφορα σωματεία και σύλλογοι προστασίας δανειοληπτών να αναλαμβάνουν υποθέσεις σχετικά με τη διαδικασία του νόμου αυτού διαφημίζοντας και παρέχοντας κατ’ εξοχήν νομικές/δικηγορικές υπηρεσίες. Ήδη προσφάτως εκδόθηκαν δύο αποφάσεις επί προσφυγών δικηγορικών συλλόγων στη δικαιοσύνη κατά τέτοιων σωματείων που αντιποιούνται ευθέως ή εμμέσως το δικηγορικό επάγγελμα. Στη Λάρισα το τοπικό Ειρηνοδικείο δικαίωσε τον ΔΣ της πόλης με σχετική απόφασή του στην οποία αναφέρεται ότι «το σωματείο Κίνηση Πολιτών Δανειοληπτών αντιποιείται, προσβάλλει και υποβαθμίζει το δικηγορικό λειτούργημα με την ανάληψη επ’ αμοιβή υποθέσεων των πολιτών. Έγινε ακόμη δεκτό, ότι το ως άνω σωματείο επιχειρεί νομικές και «παρανομικές» εργασίες, καλώντας με δημόσιες διακηρύξεις, διαφημίσεις στον τύπο και τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης αλλά και με δηλώσεις των ιθυνόντων του, τους πολίτες που οφείλουν από δάνεια στις Τράπεζες να προσέλθουν στα γραφεία του, δημιουργώντας σ’ αυτούς την πεπλανημένη πεποίθηση, ότι δύναται έναντι αμοιβής να αναλάβει και να φέρει σε πέρας τις σχετικές τους υποθέσεις και να επιτύχει την υπαγωγή αυτών στο προστατευτικό καθεστώς  του νόμου για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, ενώ διατείνεται ότι μπορεί να επιχειρήσει δικαστικές και εξώδικες τέτοιου είδους πράξεις και ζητεί και λαμβάνει αμοιβές γι αυτές».

  Επίσης στην Αλεξανδρούπολη εμφανίστηκε εταιρία που διαφήμισε νομικούς ελέγχους σε υποθηκοφυλακεία και κτηματολόγιο, νομική υποστήριξη και αναζήτηση εγγράφων από δημόσιες υπηρεσίες. Το τοπικό Ειρηνοδικείο, μετά από ασφαλιστικά μέτρα του ΔΣ Αλεξανδρούπολης, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του δικηγορικού συλλόγου κατά της εταιρίας αναφέροντας «ότι η ως άνω εταιρία αντιποιείται την ιδιότητα του δικηγόρου, διαφημίζοντας ότι παρέχει νομική υποστήριξη, συγκεντρώνοντας πελατεία, δεχόμενη πελάτες για παροχή τέτοιων υπηρεσιών στα ως άνω γραφεία, κατά τρόπο όμως ο οποίος παραπλανά το κοινό που επιζητά αποτελεσματική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και παροχή υπηρεσιών ικανών να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του. Με τις ενέργειές της αυτές, η ως άνω εταιρία υποβιβάζει την παροχή νομικών υπηρεσιών σε εμπορική πράξη, η οποία είναι πλήρως ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα. Άλλωστε, η επιμέλεια των υποθέσεων των πολιτών όχι μόνον ενώπιον των δικαστηρίων αλλά και ενώπιον των διοικητικών αρχών, αποτελεί έργο που ανήκει αποκλειστικά στους δικηγόρους, δεδομένου ότι αυτοί λόγω της ειδικής επιστημονικής και επαγγελματικής τους κατάρτισης, είναι ικανοί και κατάλληλοι προς πληρέστερη κατανόηση και ευστοχότερη διεξαγωγή των υποθέσεων ενώπιον των προαναφερθεισών αρχών. Τέλος σύμφωνα με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η έρευνα στα Υποθηκοφυλακεία και η αναζήτηση πιστοποιητικών, δύναται να γίνονται μόνον από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο ή από πληρεξούσιο δικηγόρο».

  Στην Πάτρα ο εκεί σύλλογος πέτυχε το 2013 με απόφαση του τοπικού Ειρηνοδικείου να κλείσουν τα γραφεία Συλλόγου για Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά, να μην διαφημίζει ότι παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες, και να μην αναρτά διαφημιστικές πινακίδες με τέτοιο περιεχόμενο. Οι υπεύθυνοι του Συλλόγου δεν τήρησαν την απόφαση και ο ΔΣ Πατρών κατέθεσε μήνυση επί της οποίας το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών επέβαλε στους τρεις εκπροσώπους του Συλλόγου ποινή φυλάκισης 40 μηνών με αναστολή στον καθένα με την κατηγορία της παραβίασης του διατακτικού της απόφασης του Ειρηνοδικείου.

   Πρέπει να αναφερθεί ότι αντίστοιχοι σύλλογοι, αμφιβόλου νομιμότητας τόσο ως προς τη σύσταση όσο και ως προς τη δραστηριότητά τους, που διαφημίζουν και παρέχουν αμιγώς δικηγορικές υπηρεσίες αντιποιούμενοι το νομικό επάγγελμα, λειτουργούν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

 

 

Απόφαση βόμβα του ΣτΕ: Οι πολίτες μπορούν να κατάσχουν χρήματα από τις ΔΟΥ

Η αυξημένη, 7μελής σύνθεση του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ’ 819/2015 απόφασή της, έκρινε ότι είναι επιτρεπτή μεν ηκατάσχεση κινητής περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου, όπως είναι τα χρήματα που υπάρχουν στα ταμεία των ΔΟΥ, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού.

Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο (πρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγήτρια η σύμβουλος Επικρατείας Μαρία Καραμανώφ) έκρινε ότι ήταν νόμιμη η κατάσχεση του ποσού των 22.800 ευρώ που είχε επιδικαστεί στον πολίτη λόγω του τραυματισμού του από στρατιωτικό αυτοκίνητο.

Το εν λόγω ποσό επιδικάστηκε από το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια ο πολίτης κοινοποίησε στο Δημόσιο την δικαστική απόφαση προς εκτέλεση, αλλά το Δημόσιο δεν συμμορφώθηκε.

Κατόπιν αυτού, ο πολίτης με έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων, κατάσχεσε μέσω δικαστικού επιμελητή το ποσό των 22.800 ευρώ από το ταμείο της ΔΟΥ Ενσήμων Αθηνών.

Αμέσως, το ελληνικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης και πρόβαλε ότι ήταν παράνομη η κατάσχεση των εσόδων από τη διαχείριση ενσήμων, γιατί πρόκειται για δημόσια περιουσία αφιερωμένη στην εκπλήρωση δημοσίων σκοπών (κρατικός προϋπολογισμός).

Ωστόσο το ΣτΕ σημειώνει ότι «από το άρθρο 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ’ όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία».

Και αυτό γιατί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (νόμος 3068/2002) «στην περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται».

Παράλληλα, το ΣτΕ επικύρωσε την εφετειακή απόφαση που έκρινε ότι δεν είναι ακατάσχετα το σύνολο των χρημάτων που βρίσκονται στα ταμεία των ΔΟΥ, επειδή αποσκοπούν στην πληρωμή των εγγεγραμμένων στο ετήσιο προϋπολογισμό δαπανών και ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής προστασίας το οποίο εμφανίζεται με την μορφή αναγκαστική κατάσχεσης κινητής περιουσίας.

Όπως υπογραμμίζουν οι σύμβουλοι Επικρατείας για «να υπερκαμφθεί το συνταγματικά προστατευμένο συνταγματικό δικαίωμα της δικαστικής προστασίας απαιτείται επιπλέον να δημιουργείται κίνδυνος ανατροπής της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού ως προς την εκπλήρωση των δαπανών», όμως τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό δεν τον προέβαλε το Δημόσιο. καταλήγει το ΣτΕ.

Τελικά, απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου κατά της εφετειακής απόφασης και νομιμοποιήθηκε η κατάσχεση.

 

Φόρος επί ανείσπρακτων ενοικίων: Η φορολόγηση του τίποτα

Ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.4172/2013) κατάργησε τη δυνατότητα εκχώρησης των ανείσπρακτων μισθωμάτων στο Δημόσιο, η οποία επέτρεπε τη μη φορολόγησή εισοδημάτων που στην πραγματικότητα δεν έχουν εισπραχθεί από τους ιδιοκτήτες των μισθωμένων ακινήτων. Η διαδικασία εκχώρησης στο δημόσιο των ενοικίων που δεν έχουν εισπραχθεί καταργήθηκε από το τέλος του 2013, ταυτόχρονα με την κατάργηση του προηγούμενου κώδικα φορολογίας εισοδήματος (νόμος 2238/94) και πλέον από την 1η Ιανουαρίου 2014 ισχύει ο νέος κώδικας φορολογίας εισοδήματος (νόμος 4172/13).

Αυτό το γεγονός επιφέρει το λογικά ανακόλουθο αλλά και πλήρως άδικο φορολογικά αποτέλεσμα να φορολογείται όχι πραγματικό εισόδημα αλλά προσδοκία εισοδήματος, προσδοκία ωστόσο που σύμφωνα με τα τρέχοντα χαρακτηριστικά της μισθωτικής αγοράς είναι ισχνότατη, αν όχι ανύπαρκτη.

Ήδη η πολιτεία με σχετική απόφαση της Γ.Γ.Δ.Ε. με την οποία δόθηκαν διευκρινίσεις σχετικά με τη φορολόγηση του εισοδήματος από ακίνητη περιουσία μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του νέου Κ.Φ.Ε. (άρθρα 39 και 40 ν.4172/2013) επιβεβαιώνει την φορολογική αυτή αδικία. Στην απόφαση αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία αποκτάται από κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει νόμιμα μεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο ή έχει αποκτηθεί με δικαστική απόφαση ή λόγω χρησικτησίας το δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή νομής ή επικαρπίας ή οίκησης, κατά περίπτωση, καθώς και από τον υπεκμισθωτή σε περίπτωση υπεκμίσθωσης. Το εισόδημα αυτό αποκτάται από φυσικά πρόσωπα ή ατομικές επιχειρήσεις ανεξάρτητα από την είσπραξή του ή μη, εφόσον έχει αποκτηθεί το δικαίωμα είσπραξής του και με την προϋπόθεση ότι ο εκμισθωτής αποξενώνεται από τη χρήση του ακινήτου, χωρίς ταυτόχρονα να παρέχει άλλου είδους υπηρεσίες στο μισθωτή (π.χ. καθαριότητα, ασφάλεια, κλπ.), οπότε χαρακτηρίζεται στο σύνολό του ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ειδικά, για το εισόδημα από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας που καταβάλλεται αναδρομικά με βάση νόμο ή δικαστική απόφαση, χρόνος απόκτησης αυτού θεωρείται το φορολογικό έτος στο οποίο ανάγονται τα μισθώματα».

Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση αυτή όσοι φορολογούμενοι είχαν εκμισθώσει μέσα στο φορολογικό έτος ακίνητα και δεν εισέπραξαν μέσα στο έτος αυτό όλα τα μισθώματα, θα φορολογηθούν για το σύνολο των μισθωμάτων, επειδή είχαν αποκτήσει το δικαίωμα είσπραξης αυτών μέσα στο 2014. Εφόσον κατά το νέο Κ.Φ.Ε. δεν προβλέπεται και η διαδικασία εκχώρησης ανείσπρακτων μισθωμάτων στο Δημόσιο, όλα τα ανείσπρακτα μισθώματα του φορολογικού έτους 2014 πρέπει να δηλωθούν στο έτος αυτό από τους εκμισθωτές. Φόρος επομένως σε εισόδημα ανύπαρκτο.

Η φορολόγηση αυτή  πέρα από το ότι είναι εξόχως προβληματική και προσκρούσει σε συνταγματικές αρχές, είναι άδικη και δημιουργεί ζητήματα φορολογικής ανισότητας, καθώς επιβαρύνει με τον ίδιο φόρο τόσο τους εκμισθωτές που στάθηκαν τυχεροί και έλαβαν τα ενοίκια από τους μισθωτές τους όσο κι εκείνους (και είναι πολλοί) που λόγω δυστροπίας ή οικονομικής αδυναμίας των μισθωτών τους δεν έλαβαν τα μισθώματα που δικαιούνταν.

Το ζήτημα φορολόγησης εισοδήματος από μίσθωση σε πρόσωπο που δεν εισέπραξε απασχόλησε πρόσφατα και το Συμβούλιο της Επικρατείας σε περίπτωση εκμετάλλευσης ακινήτου και απόληψης εισοδημάτων από πρόσωπο που δεν έχει τις ιδιότητες του ιδιοκτήτη, επικαρπωτή κλπ. Αν και τα περιστατικά είναι διαφορετικά το Δικαστήριο εξάγει το ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα ότι δεν καθίσταται υπόχρεως σε φόρο ο κύριος του ακινήτου για εισοδήματα που δεν απέκτησε. Αναφέρει χαρακτηριστικά η υπ αρ. 2133/2012 του ΣτΕ (ΝΟΒ 2013/465)  ότι «κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, ερμηνευομένων εν όψει και του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος περί φοροδοτικής ικανότητας, για την υπαγωγή σε φόρο εισοδήματος από ακίνητα πρέπει ο υπόχρεος αφ’ ενός μεν να είναι, ως προς ορισμένο ακίνητο, δικαιούχος εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος από τα ανωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα, αφ’ ετέρου δε να έχει πράγματι αποκτήσει ο ίδιος εισόδημα υπό την ιδιότητα αυτή. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία χωρεί εκμετάλλευση ακινήτου και εντεύθεν απόληψη εισοδημάτων από πρόσωπο που δεν έχει τις πιο πάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτη, επικαρπωτή κ.λπ.), δεν καθίσταται, εκ μόνου του λόγου τούτου, υπόχρεως σε φόρο κατά τις ανωτέρω διατάξεις ο κύριος του ακινήτου για εισοδήματα που δεν απέκτησε. Εκείνος δε που πράγματι απέκτησε, κατά τ’ ανωτέρω, τα εισοδήματα, οφείλει να τα υπαγάγει ως φορολογούμενα στην οικεία πηγή».

Είναι επομένως λογικό και αναγκαίο να υπάρξει άμεση σχετική ρύθμιση που να αποκαθιστά αυτή την φορολογική αδικία και την άνιση φορολογική μεταχείριση των ιδιοκτητών μισθωμένων ακινήτων που με το παρόν καθεστώς φορολογούνται με ιδιαίτερα υψηλό φόρο επί ανύπαρκτου εισοδήματος.

Ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για χρέη προς το Δημόσιο άνω των 50.000 ευρώ προβλέπει ο νόμος 4321/2015 – Κατάργηση ποινών για οφειλέτες ατομικής εισφοράς στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ

Με το άρθρο 20 του νόμου 4321/2015 (ΦΕΚ Α’ 32/21-03-2015) επέρχονται σημαντικές τροποποιήσεις στο άρθρο 25 του νόμου 1882/1990 για την ποινική δίωξη για χρέη στο Δημόσιο. Συγκεκριμένα το άρ.20 (Άλλα συναφή θέματα – ποινική δίωξη) προβλέπει τα εξής: «Η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α΄, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.»

Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται.

Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση.

Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής.

Η παραγραφή του αδικήματος, του οποίου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν έχει συμπληρωθεί το μετά την πάροδο τετραμήνου χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος».

Επίσης με το άρθρο 30 του ν.4321/2015 καταργούνται οι ποινές για οφειλέτες ατομικής εισφοράς στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ: «Η διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) όπως ισχύει, δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και στο Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ)».

ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΟ Ν/Σ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ

Στο κατατεθέν ν/σ(άρθρο 28) προβλέπεται μεταξύ άλλων, ότι το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης πλην ΝΑΤ, υπάγονται σε ρύθμιση μέχρι και 100 μηνιαίων δόσεων, με ελάχιστη δόση τα 50 ευρώ. Η ρύθμιση αφορά οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες την 1/2/2015. Η σχετική αίτηση του οφειλέτη πρέπει να ατατεθει στον οικείο ασφαλιστικό φορέα μέχρι τις 30-4-2015.

Αναστέλλεται επίσης μετά από αίτηση του οφειλέτη, για περίοδο 12 μηνών, το σύνολο των εισπρακτικών μέτρων και διώξεων κατά φυσικών προσώπων που έχουν διακόψει δραστηριότητα καθώς και για ασφαλισμενους του ΕΤΑΑ που έχουν αποδεδειγμένα μηδενικό εισόδημα το 2014.

Στην παρακάτω διεύθυνση μπορείτε να δείτε αναλυτικά το νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών όπως αυτό αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Βουλής.

Ποινική δίωξη για χρέη προς το Δημόσιο από 50.000 και όχι 5.000 ευρώ προβλέπει το νέο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση οφειλών. Όλες οι ρυθμίσεις για τις ασφαλιστικές εισφορές

Αύξηση του ορίου του οφειλόμενου ποσού για το οποίο κινείται ποινική δίωξη για χρέη προς το Δημόσιο προβλέπει το νέο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση και ρυθμίσεις ασφαλιστικών θεμάτων για ζητήματα επείγοντος χαρακτήρα. Συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 20 προβλέπεται η τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 και ειδικότερα:

-αυξάνεται το κατώτερο ποσό συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής , συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του δημοσίου τομέα από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

– Ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος αφήνεται στη γενική διάταξη του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως δεν αφήνονται περιθώρια για «διαρκές αυτόφωρο».

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου, επισημαίνεται ότι λόγω της επιδεινούμενης κρίσης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα τα τελευταία χρόνια, της διαρκούς μείωσης μισθών, της έκρηξης της ανεργίας, της μείωσης των εισοδημάτων, της πραγματικής αδυναμίας των πολιτών και των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεων τους και της συσσώρευσης ανείσπρακτων βεβαιωμένων οφειλών, προτείνεται το σχετικό σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η ρύθμιση αυτή είναι μέρος μιας πολιτικής αναγκαίας και μη επιδεχόμενης αναβολής, η οποία στοχεύει στην προσπάθεια ανάκαμψης της χώρας και των πολιτών .

Με τις διατάξεις του δευτέρου κεφαλαίου προτείνεται η αντιμετώπιση των ασφαλιστικών οφειλών που έχουν σωρευτεί τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και των υφεσιακών πολιτικών και η σταδιακή αποπληρωμή αυτών από τους οφειλέτες γεγονός που αποτελεί προτεραιότητα για την ενίσχυση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων με ταυτόχρονη μέριμνα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων, τη συντήρηση των επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων αλλά και την ανάσχεση του υφεσιακού κλίματος της οικονομίας και την επανεκκίνησή της.

 

Β. Επί των άρθρων :

Κεφάλαιο πρώτο

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου δίνεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση.

Συγκεκριμένα προβλέπονται απαλλαγές από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, που φτάνουν έως 100% κατά την εφάπαξ καταβολή, ενώ ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων τμηματικής καταβολής κυμαίνεται από 2 έως 100. Με την υπαγωγή στη ρύθμιση δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του ν. 4174/2013 και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974.

Επισημαίνεται ότι βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης, από την υπαγωγή τους στη ρύθμιση δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, ενώ βασικές συνολικές οφειλές άνω των 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την υπαγωγή στη ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται στο 3% ετησίως.

Σημειώνεται ότι η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση μόνο 0,25 %.

Με τις διατάξεις του άρθρου 3 δύνανται, επίσης, εκτός του υποχρεωτικά υπαγόμενου συνόλου των ληξιπροθέσμων μη τακτοποιημένων κατά νόμιμο τρόπο οφειλών, να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση, και οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης:

α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή

β) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 4 προβλέπεται ότι κατ’ εξαίρεση, δύνανται να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Εφόσον πρόκειται για υπαγόμενες υποθέσεις, που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, μαζί με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμα συζητηθεί, προκειμένου να βεβαιωθεί η οφειλή. Επίσης, στη ρύθμιση του άρθρου 1, δύνανται να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών περιόδων μέχρι και 31.12.2014.

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 προβλέπεται ότι η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι την 26η Μαΐου 2015 και μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δίνεται η δυνατότητα μέσα σε ένα (1) μήνα από το τέλος της ρύθμισης να παραταθεί η ανωτέρω ημερομηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθμιση για χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) μήνα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 προβλέπεται ότι η ρύθμιση απόλλυται στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης ή μετά την πάροδο του οκταμήνου δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 προβλέπεται ότι σε περίπτωση εξόφλησης των εναπομεινασών δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, ο οφειλέτης τυγχάνει απαλλαγής επί των εναπομεινασών ποσών των προσαυξήσεων και των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 10 προβλέπεται ότι ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης του ίδιου άρθρου με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το εναπομείναν ποσό σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό, υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 11 προβλέπεται ότι μετά την υπαγωγή και τη συμμόρφωση στη ρύθμιση χορηγείται στον οφειλέτη αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει .

Επιπλέον, οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων αίρονται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη εφόσον καταβληθεί ποσοστό είκοσι πέντε (25) τοις εκατό της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής. Με τη σχετική διάταξη ελαχιστοποιείται το απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής που ίσχυε σε προγενέστερες ρυθμίσεις από 100% ή 50% σε 25% λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της αναγκαιότητας να δοθεί δυνατότητα μεγαλύτερης ρευστότητας κυρίως στις επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση για τους οφειλέτες που αδυνατούν να καταβάλλουν το ως άνω ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής, βασικής, ρυθμιζόμενης οφειλή, υφίσταται η δυνατότητα περιορισμού των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων από την Φορολογική Διοίκηση, μετά από σχετικό αίτημα του φορολογούμενου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..

Με τις διατάξεις του άρθρου15 προβλέπεται ότι εφόσον καταβληθεί ως προκαταβολή ποσό βασικής οφειλής τουλάχιστον το δεκαπλάσιο της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήματος υπαγωγής και να καταβάλλεται εντός τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επομένων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Η πληρωμή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθμισης διενεργείται με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των δέκα πρώτων δόσεων της ρύθμισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόμενων δόσεων εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο με το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγουμένου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την κείμενη νομοθεσία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 16 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας ρύθμισης και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτήν.

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 προβλέπεται η κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ), όπως προστέθηκαν με τις περ. 4 και 5 της υποπαραγράφου Α.6 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2003 (Α’ 107) αντιστοίχως και πλέον δύνανται να υπάγονται στη ρύθμιση όλες οι οφειλές που προέρχονται από ΦΠΑ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 19 προβλέπεται ότι τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) καταργούνται. Η κατάργηση των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από τη δημοσίευση του παρόντος. Επίσης με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η αποφυγή της υπέρμετρης επιβάρυνσης του οφειλέτη με πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής πλέον του τόκου εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., κατά περίπτωση, η οποία οδηγεί αφενός σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και αφετέρου σε επιβάρυνση του χαρτοφυλακίου των ληξιπροθέσμων οφειλών με υπέρογκα πρόστιμα. Επιπλέον, η επιβολή στις εκπρόθεσμα καταβαλλόμενες οφειλές, αφενός του τόκου του άρθρου 51 και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., και αφετέρου του προστίμου του άρθρου 57 του ΚΦΔ (10%, 20%,30%), στο οποίο παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., αποτελεί κατ’ ουσία διπλή χρηματική κύρωση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 προβλέπεται η τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 και ειδικότερα:

-αυξάνεται το κατώτερο ποσό συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής , συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του δημοσίου τομέα από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

– Ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος αφήνεται στη γενική διάταξη του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως δεν αφήνονται περιθώρια για «διαρκές αυτόφωρο».

Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 προβλέπονται ο ευνοϊκότερος τρόπος φορολόγησης του τεκμαρτού εισοδήματος που προκύπτει για φορολογούμενους χωρίς εισόδημα και η κατάργηση της ελάχιστης ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης σε περίπτωση απόκτησης εισοδήματος μόνο από τόκους και ακίνητα.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι ο χρόνος κατά τον οποίον εκπίπτει ή αποδίδεται ο φόρος που προκύπτει από τον διακανονισμό του δικαιώματος έκπτωσης που έχει διενεργηθεί σε μία διαχειριστή περίοδο. Ο διακανονισμός περιλαμβανόταν στην εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, η οποία καταργήθηκε με το ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α 160/8-8-2014) χωρίς να υπάρχει έως σήμερα αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη για τον ορισμό του χρόνου που προκύπτει η υποχρέωση αυτή. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι :

α) καταργείται η εξάμηνη φορολογική περίοδος και η δήλωση απόδοσης φόρου για τους υπόχρεους σε κατ’ αποκοπή καταβολή, ορίζεται ως έκτακτη.

Έτσι αποφεύγεται η ύπαρξη δύο διαφορετικών φορολογικών περιόδων για τον ίδιο υπόχρεο, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ενιαία.

β) καταργείται η ετήσια φορολογική περίοδος για υποβολή δήλωσης ΦΠΑ από τους αγρότες του κανονικού καθεστώτος οι οποίοι δεν ασκούν άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων. Αντιμετωπίζεται έτσι η πολυπλοκότητα και η ασάφεια που δημιουργήθηκε αναφορικά με τις δηλωτικές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων υπόχρεων, στις περιπτώσεις μεταβολής (προσθήκης ή αφαίρεσης δραστηριότητας) στην διάρκεια του έτους, καθώς και ως προς τον χαρακτηρισμό της “άλλης δραστηριότητας” σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ίδιου κώδικα. Επιπλέον, με την τροποποίηση υπάρχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση ως προς την υποβολή αιτημάτων επιστροφής, σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, όπως ισχύει για όλους τους υποκείμενους του κανονικού καθεστώτος, αίροντας την διαφοροποίηση που ισχύει σήμερα για τους συγκεκριμένους αγρότες οι οποίοι μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους μόνο άπαξ ετησίως.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 προβλέπεται ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγκεκριμένους αγρότες φυσικά πρόσωπα, να εκπληρώνουν τις δηλωτικές τους υποχρεώσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 38 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως αυτό αντικαθίσταται με τα προτεινόμενα στην Παράγραφο 2, για τις οποίες η σχετική προθεσμία υποβολής και καταβολής λήγει πριν τη δημοσίευση του νόμου με τον οποίο θεσπίζονται τα ανωτέρω. Τέλος ορίζεται η έναρξη ισχύος των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 προβλέπεται ότι παρατείνεται έως την 31-12-2015 η ισχύς του Πίνακα Κατάταξης των υποψηφίων του διαγωνισμού, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, δοκίμων Δικαστικών Πληρεξουσίων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αποτρέπεται μια νέα χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία, που θα σήμαινε η διενέργεια νέου διαγωνισμού, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσληψης των 33 αδιόριστων επιτυχόντων, προκειμένου να καλυφθούν άμεσες υπηρεσιακές ανάγκες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως υπαγορεύονται από τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 24 προβλέπεται ότι το «ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ» θα συγκεντρώσει το σύνολο των ακινήτων του Δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και τον ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό της αξιοποίησής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 25 επανέρχεται και μάλιστα αναδρομικά το καθεστώς που ίσχυε έως 31.12.2013 για τις εκθέσεις του ΣΔΟΕ, έτσι ώστε να μην αποτελούν μετά από μήνες ενδελεχούς ελέγχου, απλά δελτία πληροφοριών προς τις ΔΟΥ, αλλά να παράγουν άμεσα όλα τα έννομα αποτελέσματα που επιτρέπουν τον καταλογισμό φόρων και προστίμων. Αυτή η ρύθμιση θα διευκολύνει σημαντικά την επιτάχυνση περάτωσης των ελέγχων από τις ελεγκτικές αρχές, ώστε με στοχευμένους ελέγχους να διευκολυνθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων στη σύλληψη της μεγάλης φοροδιαφυγής.

 

Κεφάλαιο δεύτερο

Με τις διατάξεις του άρθρου 26 προβλέπεται τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισηςπροκειμένου να δοθεί η δυνατότητα καταβολής αυτών, σε όσους δεν παρεχόταν η δυνατότητα μέχρι σήμερα αλλά και ταυτόχρονα στην πρόβλεψη ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των οφειλών αυτών προκειμένου αφενός να αποτραπεί το φαινόμενο της σταδιακής εξόδου των οφειλετών από τη ρύθμιση στην οποία θα υπαχθούν, αφετέρου να διατηρηθούν στην ενεργό οικονομία επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Ειδικότερα θεσπίζεται μεταβατικό πλαίσιο ρύθμισης οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ, για ασφαλιστικές οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες την 1η/2ου/2015. Πρόκειται για μια περιορισμένης χρονικής ισχύος ρύθμιση, καθώς η αίτηση υπαγωγής δύναται να υποβληθεί το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Απριλίου του έτους 2015, με στόχο την εκλογίκευση των πληρωμών δόσεων, την επανένταξη των οφειλετών στην ενεργό οικονομία και τη στήριξη της λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων και των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοπασχολούμενων και κατ’ επέκταση τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Με το προτεινόμενο πλαίσιο ρύθμισης προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι αποπληρωμής των ασφαλιστικών οφειλών. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν όλες οι οφειλές ανεξαρτήτου ύψους, είτε εφάπαξ, είτε έως 50 δόσεις, είτε έως 100 δόσεις, με αντιστρόφως ανάλογη έκπτωση επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων, η οποία έκπτωση άρχεται από ποσοστό 100% για εφάπαξ καταβολή, 70% έως 50 δόσεις, μέχρι ποσοστό 50% για την περίπτωση εξόφλησης σε 100 δόσεις. Το επιτόκιο αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο επιβάλλεται για ποσόν οφειλής άνω των 5.000 ευρώ ανέρχεται σε 3% ετησίως, ενώ συγχωρείται η καθυστέρηση πληρωμής μιας δόσης μέχρι του ενός μηνός ανά 12μηνο πρόγραμμα ρύθμισης. Για ποσά οφειλής έως 5.000 ευρώ δεν επιβάλλεται ετήσια προσαύξηση, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οι μικροεπαγγελματίες που εθίγησαν περισσότερο από την κρίση των τελευταίων ετών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οφειλές έως 5.000 ευρώ έχει το 25% των ενεργών οφειλετών ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ (89.700 ασφαλισμένοι).

Η διαδικασία ένταξης στη ρύθμιση είναι ευέλικτη και απλή, άνευ γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, καθιστώντας τη ρύθμιση προσβάσιμη στο σύνολο των οφειλετών.

Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η πληρωμή των τρεχουσών εισφορών από την 1η/2ου/2015. Στην προτεινόμενη ρύθμιση δύναται επίσης να ενταχθούν οφειλέτες που έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλες υφιστάμενες ρυθμίσεις.

Παράλληλα, με τη νέα διάταξη, λαμβάνεται μέριμνα για την προστασία οφειλετών, ασφαλισμένων φυσικών προσώπων, οι οποίοι αποδεδειγμένα είχαν μηδενικό εισόδημα κατά το έτος χρήσης 2014, ώστε να ανασταλούν τα εισπρακτικά μέτρα και οι διώξεις για περίοδο 12 μηνών ενώ παρέχεται η δυνατότητα να ενταχθούν στην παρούσα ρύθμιση με τους όρους αυτής, μεχρι την 31η/3ου/2016. Η διάταξη αυτή έχει ως στόχο την προστασία και οικονομική ανακούφιση των οφειλετών ασφαλισμένων που η τρέχουσα οικονομική κρίση και οι υφεσιακές πολιτικές, τους οδήγησαν σε πραγματική και αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και αποτελεί την αυτονόητη παρέμβαση της πολιτείας για την προστασία και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Τέλος προβλέπονται ακόμη ευνοϊκότεροι όροι για ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ του δημοσίου και των ΟΤΑ που επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς, Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών κλπ με δυνατότητα αποπληρωμής έως 150 δόσεων με έκπτωση επί των προσαυξήσεων κατά 50% με την ασφαλιστική δικλείδα της απόφασης του ΔΣ του ΙΚΑ_ΕΤΑΜ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 27 προβλέπεται η δυνατότητα επιλογής κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας στον ΟΑΕΕ. Με την παρ.5 του άρθρου 32 του ν.4075/2012 δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ να ζητήσουν την υπαγωγή τους στην αμέσως κατώτερη ή και στην δεύτερη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία, προκειμένου να μειωθεί προσωρινά, μέχρι 31-12-2014 το ποσό των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών τους και να επιτευχθεί η, κατά το δυνατόν οικονομική τους ανακούφιση. Η ανωτέρω δυνατότητα παρατάθηκε μέχρι 31-12-2016 με τις διατάξεις της παρ.7 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014.

Επειδή στη δύσκολη οικονομική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ δυσκολεύονται και σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν εγκαίρως και με συνέπεια στην καταβολή των εισφορών τους και με δεδομένο ότι η επιβίωση των επιχειρήσεών τους εξαρτάται άμεσα από τις επικρατούσες στην αγορά συνθήκες, τους δίνεται με την παρούσα διάταξη η δυνατότητα να ζητήσουν την υπαγωγή τους και στην τρίτη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία του ΟΑΕΕ, και να παραμείνουν στην κατηγορία επιλογής τους μέχρι 31-12-2016, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τον ασφαλιστικό τους Οργανισμό.

Με τις διατάξεις του άρθρου 28 προβλέπεται η κατάργηση ποινών για οφειλέτες ατομικής εισφοράς στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ. Ειδικότερα από τις διατάξεις του α.ν. 86/1967 προβλέπεται η επιβολή ποινών σε περίπτωση μη καταβολής και απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση οι ως άνω επιβαλλόμενες ποινές παύουν να ισχύουν για τις περιπτώσεις ασφαλισμένων του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) μόνο για την ατομική τους ασφαλιστική εισφορά και εξακολουθούν να ισχύουν για οφειλές που προκύπτουν για την ασφάλιση εμμίσθων εργαζομένων, καθώς αυτή παρακρατείται από τον εργοδότη και ως εκ τούτου διατηρούνται οι από το νόμο προβλεπόμενες ποινές.

Με τις διατάξεις του άρθρου 29 προβλέπεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994- Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος – ΦΕΚ Α 151 θεσπίστηκε για πρώτη φορά η ευθύνη των εκπροσώπων των ΑΕ, ΕΠΕ καθώς και των λοιπών νομικών προσώπων με την ατομική τους περιουσία, για την πληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο. Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 ΦΕΚ Α 270, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 ΦΕΚ Α 1, προβλέφθηκε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 και για τις οφειλόμενες στο Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ασφαλιστικές εισφορές αρχικά κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης των νομικών προσώπων και στη συνέχεια και κατά τη λειτουργία τους.

Με το ν. 4172/2013-ΦΕΚ Α 167, θεσπίστηκε νέος Κώδικας φορολογίας εισοδήματος, στον οποίο δεν περιλήφθηκε διάταξη αντίστοιχη με αυτήν του άρθρου 115 του ν. 2238/1994. Τα θέματα της ευθύνης των διοικούντων ρυθμίστηκαν μεταγενέστερα με το άρθρο 50 του ν. 4174/2013- ΦΕΚ Α 170 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας στο οποίο, μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, τόσο κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης, όσο και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας και καθορίστηκαν οι ιδιότητες των ευθυνόμενων προσώπων. Η έννοια της νομικής οντότητας προσδιορίστηκε στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου.

Η διάταξη του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 παρέμενε τυπικά σε ισχύ μέχρι τη θέσπιση του άρθρου 26 παρ.11 Ν.4223/2013, ΦΕΚ Α 287/31.12.2013 με το οποίο έγινε η ρητή κατάργηση των διατάξεων του ν. 2238/1994 αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013, δηλ από 23-7-2013, με συνέπεια από την ημερομηνία αυτή να μη μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 που προέβλεπε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε, αλλά και με σκοπό να εναρμονιστούν οι σχετικές ρυθμίσεις με τα ισχύοντα στη φορολογική διοίκηση, με την προτεινόμενη διάταξη, θεσπίζεται ρητά η αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς τους ΦΚΑ. Οι ιδιότητες των διοικούντων που ευθύνονται, καθώς και οι μορφές των νομικών προσώπων καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Η διάταξη έχει εφαρμογή από την ημερομηνία κατάργησης του άρθρου 115 του ν.2238/1994, προκειμένου να μην υπάρξει διακοπή της ευθύνης κατά το ενδιάμεσο διάστημα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 προβλέπεται η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Κατά την παράγραφο 1 του 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ αν ασκηθεί ανακοπή κατά της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να προβεί σε καταβολή προς δανειστή του οποίου η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή προ της τελεσιδικίας του πίνακα κατάταξης.

Επειδή η διαδικασία αυτή επέφερε σημαντικές καθυστερήσεις στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.3 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), (με την οποία προστέθηκαν εδάφια στη θέση του καταργηθέντος δεύτερου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ) θεσμοθετήθηκε εξαίρεση για κάθε διαδικασία κατάταξης δανειστών στην οποία δικαιούχος των αμφισβητούμενων απαιτήσεων είναι το Δημόσιο.

Συγκεκριμένα προβλέφθηκε η άμεση καταβολή στο Δημόσιο του συνόλου των απαιτήσεών του που έχουν καταταγεί ως εισπρακτέες, ανεξάρτητα από τη δικαστική προσβολή της κατάταξης αυτών. Αν στη συνέχεια εκδοθεί επί της ανακοπής τελεσίδικη απόφαση που αποβάλει από τον πίνακα την εισπραχθείσα απαίτηση του Δημοσίου, αυτή επιστέφεται ατόκως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης.

Ο νόμος αναφέρεται μόνο στις απαιτήσεις του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να ερμηνεύεται στενά και να μην καταλαμβάνει τις απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές οφειλές, για την είσπραξη των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 356/1974- ΚΕΔΕ.

Όμως η καθυστέρηση στην είσπραξη των απαιτήσεων των ΦΚΑ των οποίων η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή είναι εξίσου επιζήμια με την καθυστέρηση στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Η εισφοροδιαφυγή έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και η ενδυνάμωση των διαδικασιών είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γενικότερα των οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω καθυστέρηση στο στάδιο της αναγκαστικής είσπραξης, της απόδοσης των οφειλομένων ποσών στους οργανισμούς και φορείς κοινωνικής ασφάλισης οι απαιτήσεις των οποίων εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974-ΚΕΔΕ, προτείνεται η αναλογική εφαρμογή στους τελευταίους των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), όπως ισχύουν για το Δημόσιο.

Με τις διατάξεις του άρθρου 31 προβλέπεται ότι κατά τις διατάξεις της Φ.80000/οικ.25379/312/29.8.2013 απόφασης Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης και ηλεκτρονικής διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών εντός του ΚΕΑΟ, στον οφειλέτη παρέχεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ατομικής Ειδοποίησης, προκειμένου να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή του.

Η Ατομική Ειδοποίηση αποστέλλεται είτε ηλεκτρονικά κατά τις διατάξεις του ν.3979/2011 είτε εγγράφως.

Η έγγραφη διαδικασία υλοποιείται με αποστολή συστημένης επιστολής ή με επίδοση από υπάλληλο του ΚΕΑΟ ή δικαστικό επιμελητή.

Επειδή από την ημερομηνία παραλαβής της ατομικής ειδοποίησης παράγονται έννομες συνέπειες σημαντικές για τον οφειλέτη, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί αφετηρία της εικοσαήμερης προθεσμίας, μετά την οποία μπορούν να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα, είναι αναγκαίος ο σαφής προσδιορισμός της, στις περιπτώσεις αποστολής με συστημένη επιστολή.

Για το λόγο αυτό, με την προτεινόμενη διάταξη προσδιορίζεται με σαφήνεια η ημερομηνία κατά την οποία η ατομική ειδοποίηση θεωρείται κοινοποιηθείσα και καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής στην υπηρεσία των ειδοποιήσεων που δεν παραδόθηκαν στον οφειλέτη ή τον εκπρόσωπό του, καθώς και της αναφοράς της αιτίας για τη μη παράδοση. Η προτεινόμενη διαδικασία είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα ισχύοντα για τις επιδόσεις από τη φορολογική διοίκηση προς τους φορολογούμενους κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/2013 (170 Α’), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Με τις διατάξεις του άρθρου 32 προβλέπεται η κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 55 του Ν.4310/2014 (ΦΕΚ Α 258/ 8.12.2014). Με την διάταξη αυτή θεσπίστηκαν τα ακόλουθα:

Α) Επαναλαμβάνεται το ήδη ισχύον σύμφωνα με την παρ 2 του άρθρου 2 Α.Ν. 1846/1951 ότι οι μισθοί υπερημερίας υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές. Η ρύθμιση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ερμηνευτικά ζητήματα δημιουργώντας την εντύπωση ότι εισάγει νέο δίκαιο και πρέπει να απαλειφθεί.

Β) Περιορίζεται η επιβολή εισφορών από το Ι.Κ.Α. μόνο στους επιδικασθέντες με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μισθούς περιορίζοντας την δυνατότητα και υποχρέωση του Ι.Κ.Α. να επιβάλλει αυτεπάγγελτα εισφορές χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο στοιχείο που έχει στη διάθεση του των δικαστικών αποφάσεων συμπεριλαμβανόμενων και επιβάλλεται καθυστέρηση στην είσπραξη των εισφορών με κίνδυνο ματαίωσης της επιβολής και είσπραξης των εισφορών που αντιστοιχούν σε μισθούς υπερημερίας. Επί πλέον δημιουργεί ένα καινοφανές «οιονεί έμμεσο δεδικασμένο» εις βάρος του Ι.Κ.Α. από υποθέσεις στις οποίες δεν ήταν διάδικος το Ταμείο και μάλιστα εν όψει αποφάσεων που εκδίδονται από τα πολιτικά δικαστήρια τα οποία δεν είναι αρμόδια να κρίνουν διαφορές δημοσίου δικαίου και να δημιουργούν δεδικασμένο.

Γ) Θεσπίζεται ότι «λογίζονται» ως μισθοί υπερημερίας εκτός των τελεσίδικα επιδικασθέντων οι μισθοί που συμφωνήθηκαν με δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό και μάλιστα ανακαλούνται ακόμα και Πράξεις Επιβολής Εισφορών που έχουν ήδη εκδοθεί και εκδίδονται νέες τροποποιημένες σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού ή της απόφασης. Με την παραπάνω εξάρτηση του ύψους των οφειλομένων εισφορών από εξώδικες και δικαστικές ενέργειες ιδιωτών διαδίκων πλήττεται το ελάχιστο συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλισης, αφού ενοχή δημοσίου δικαίου του Ι.Κ.Α κατά του εργοδότη ρυθμιζόμενη από διατάξεις δημοσίας τάξεως μετατρέπεται σε παρακολούθημα της βούλησης και των ενεργειών ιδιωτών λειτουργούντων στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου εννοώ καταστρατηγείται και η αρχή της υποχρεωτικής και αυτοδίκαιης υπαγωγής των μισθωτών στην ασφάλιση του Ιδρύματος. Επιπλέον δημιουργείται έδαφος για καταστρατηγήσεις με στόχο την εισφοροδιαφυγή και για συμπαιγνία εργαζόμενου και εργοδότη εις βάρος του ιδρύματος είτε με δικαστικές είτε με εξώδικες ενέργειες τους, ενώ επιβαρύνονται διοικητικά οι υπηρεσίες του Ιδρύματος με την υποχρέωση να κρίνουν το κύρος τυχόν εγγράφων συμβιβασμών, αρμοδιότητα που ανήκει στις υπηρεσίες επιβολής της εργασιακής νομοθεσίας και στα πολιτικά δικαστήρια. Για το λόγο αυτό η διάταξη καταργείται από τότε που ίσχυσε.

 

Τη Δευτέρα η κατάθεση του νομοσχεδίου για την ΕΡΤ

Τη Δευτέρα κατατίθεται το νομοσχέδιο για την ίδρυση της ΕΡΤ μετά από καθυστέρηση μερικών ημερών, καθώς το σχέδιο μνόμου αναμενόταν να κατατεθεί χθες Πέμπτη, 5 Μαρτίου. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές η αιτία της καθυστέρησης στην κατάθεση του σχέδιου νόμου ήταν η εξεύρεση ορθής λύσης ως προς τα παρακάτω σημεία, τα οποία αποτελούν και τους βασικούς άξονες του νομοσχεδίου σύμφωνα με την κυβέρνηση.

Αναλυτικά οι βασικοί άξονες:

  • Επιστροφή των απολυμένων της 11/6/2013
  • Ομαλή μετάβαση στην ΕΡΤ επιλύοντας τα νομικά και τεχνικά προβλήματα που επινόησε η προηγούμενη συγκυβέρνηση δημιουργώντας το εκτρωματικό, ουσιαστικό και κανονιστικό πλαίσιο του κλεισίματος της ΕΡΤ, της μετάβασης προς το μόρφωμα ΝΕΡΙΤ δια της ΔΤ
  • Οικονομικός έλεγχος της ΝΕΡΙΤ
  • Ανταγωνιστική δημόσια τηλεόραση

Πηγές της κυβέρνησης προσθέτουν πως «η ΕΡΤ ανοίγει, οι εργαζόμενοι επιστρέφουν. Ο δημόσιος φορέας θα λειτουργήσει προς την πραγματική εκπλήρωση των σκοπών της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης για ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του ελληνικού λαού.

Η ΕΡΤ θα είναι πράγματι ανεξάρτητη από κάθε φορέα δημόσιας ή ιδιωτικής εξουσίας διασφαλίζοντας την πολυφωνία, την ανεξάρτητη ενημέρωση, την υψηλή ποιότητα του περιεχομένου, δίνοντας τη δυνατότητα σε νέους πνευματικούς δημιουργούς και καλλιτέχνες να προβάλουν το έργο και τις ιδέες τους.

Η ΕΡΤ  θα έχει για την εκπομπή της όλα τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα (αναλογικά, ψηφιακά, δορυφορικά, διαδικτυακά κα.) σε όλη την ελληνική επικράτεια, αλλά  και προς τον απόδημο Ελληνισμό ανά την υφήλιο.

Η ΕΡΤ επίσης θα κατέχει, τηρεί, και παρέχει με ψηφιακό τρόπο στο κοινό το οπτικοακουστικό αρχείο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

Οι πόροι της ΕΡΤ θα προέρχονται από το ανταποδοτικό τέλος από το οποίο απαλλάσσονται μεταξύ άλλων όσοι έχουν ενταχθεί στο κοινωνικό τιμολόγιο της ΔΕΗ.

Η ΕΡΤ θα διοικείται από 7μελές Δ.Σ, εκ των οποίων δύο μέλη εκπρόσωποι των εργαζομένων. Υπάρχει πρόβλεψη σε σχέση με την κατάργηση παροχών, απολαβών και προνομίων.

Οι πρωτοβουλίες ανάπτυξης της εταιρείας θα στηρίζονται στο ανταποδοτικό τέλος και δεν θα δημιουργούν καμία δημοσιονομική επιβάρυνση. Οι εξωφρενικές δαπάνες των εξωτερικών/μεικτών παραγωγών περιορίζονται δραστικά με ρητή πρόβλεψη στο νόμο».